Φορέας Διαχείρισης

Λιμνοθάλασσας Μεσολογγίου

Get Adobe Flash player

Γεωγραφία - Τοπίο - Κλίμα

Αμέσως μετά το πέρασμα των στενών του Ρίου – Αντίρριου, ορθώνεται ο επιβλητικός ασβεστολιθικός όγκος της Παλιοβούνας ή Κλόκοβας που αποτελεί την ανατολικότερη απόληξη του ορεινού τόξου του Αράκυνθου. Ακριβώς απέναντι εντυπωσιάζουν οι κρημνώδεις ορθοπλαγιές της Βαράσοβας που χάσκουν πάνω από το στένωμα του Πατραϊκού προς τον Κορινθιακό κόλπο. Και αμέσως μετά μια μεγάλη απλωσιά πεδινής γης και ρηχών νερών για πολλά - πολλά χιλιόμετρα που δεν είναι άλλο παρά οι εκτενείς προσχώσεις των δύο μεγάλων ποταμών της Νοτιοδυτικής Ελλάδας, του Εύηνου και του Αχελώου. Εκεί, τα δύο ποτάμια, παλεύοντας με τη θαλάσσια ορμή, δημιούργησαν ένα από τα μεγαλύτερα υγροτοπικά συστήματα που φθάνει τα 220 χιλιάδες στρέμματα αλλά και ένα εύφορο κάμπο άλλης τόσης έκτασης. Το σύστημα αυτό περιλαμβάνει μία από τις μεγαλύτερες σε ενιαία έκταση λιμνοθάλασσες της Μεσογείου, τη λιμνοθάλασσα Μεσολογγίου – Αιτωλικού. Γύρω από αυτή εκτείνονται αλμυρόβαλτοι, καλαμώνες, λασποτόπια, αμμοσύρσεις και μεταξύ τους άλλες μικρότερες λιμνοθάλασσες. Χαρακτηριστικό αυτού του διπλού δελταϊκού συστήματος είναι η διάσπαρτη παρουσία λόφων, πρώην νησιών που ενώθηκαν με τη χέρσο από τις προσχώσεις των ποταμών και που προσδίδουν μια ιδιαίτερη αισθητική και οικολογική αξία στο όλο οικοσύστημα. Είναι τα νησιά Εχινάδες.

Στο νοτιοδυτικό λοιπόν άκρο του κεντρικού κορμού της ελληνικής χερσονήσου, εκεί όπου το πρωτογενές ανάγλυφο αποτελούνταν από μια ορεινή γή που κατέληγε στη θάλασσα και επεκτείνονταν μέσα σ’ αυτή με διάσπαρτες νησίδες, οι απορροές των βροχοπτώσεων από την ενδοχώρα και η μεταφορά των εδαφών που προκάλεσαν, μετέβαλαν δραματικά την όλη παράκτια φυσιογεωγραφία. Η στεριά επεκτάθηκε αρκετά χιλιόμετρα προς τη θάλασσα ώστε σήμερα δυό ορατές γλώσσες ξηράς να είναι σαφώς διακριτές από απέναντι από την πόλη των Πατρών, η πρώτη των εκβολών του Εύηνου και η δεύτερη, πολύ μακρύτερα, των εκβολών του Αχελώου. ΄Ετσι, σήμερα, το γεωλογικό υπόβαθρο στο χώρο της περιήγησής μας, σ’ αυτή την «terra nova», παρουσιάζεται με δύο βασικές διαφοροποιήσεις, αυτή του ορεινού – λοφώδους και εκείνη του πεδινού χώρου που περικλείει και τους λιμνοθαλάσσιους σχηματισμούς.

Ο ορεινός χώρος που περιβάλλει από βόρεια και ανατολικά το δελταϊκό σύστημα Αχελώου – Ευήνου αποτελείται από το όρος Αράκυνθος ο οποίος ΒΔ παρουσιάζει το μεγάλο ρήγμα του Φαραγγιού της Κλεισούρας ενώ ΝΑ απολήγει στο ρήγμα των κρημνών της Βαράσοβας. Ο Αράκυνθος αποτελεί κατά τους γεωλόγους ένα κλασσικό «κέρας» που έχει αποκοπεί από την υπόλοιπη οροσειρά της Πίνδου μέσω ποικίλων τεκτονικών διεργασιών. Στους ασβεστόλιθους έχουν διαμορφωθεί δύο μεγάλα φαράγγια, εκείνο της Κλεισούρας ΒΔ και το άλλο της Κρεμαστής – Παλιαρόλακκα κεντρικά απέναντι από την περιοχή Φοινικιά του Αιτωλικού.

Ο πεδινός χώρος σχηματίστηκε βασικά από ιζηματικές αποθέσεις που στη βόρεια και ΒΑ περιοχή της λιμνοθάλασσας αποτελούνται από κροκαλοπαγή υλικά και ψαμμίτες ενώ στον υπόλοιπο χώρο αυτής από ένα ευρύ φάσμα εδαφικών σχηματισμών κυρίως φλυσχιακής προέλευσης που περιλαμβάνουν από πλευρικά κορρήματα μέχρι λεπτόκοκκες ιλυώδεις αποθέσεις. Τα υλικά αναμιγνύονται κατά τόπους σε ένα μωσαϊκό πηλών, αργίλων, χαλικιών, άμμου, λατυπών και κροκάλων στη συνολικό δελταϊκό σχηματισμό.

Το κλίμα του τόπου αυτού είναι πολύ ήπιο καθώς οι βοριάδες ανακόπτονται από το τόξο του Αράκυνθου που περιβάλλει την έκταση από βόρεια και ανατολικά. Εύκρατο λοιπόν κλίμα με μέσο ύψος βροχής στα 786 mm και 106 μέρες βροχής. Το χιόνι είναι σπάνιο στα πεδινά αλλά συχνό στις ορεινές περιοχές. Η μέση σχετική υγρασία του αέρα είναι αυξημένη 68,5% αλλά και η ηλιοφάνεια.

             

Το περιεχόμενο του παρόντος ιστοχώρου υπάγεται σε 

   Άδεια Χρήσης Creative Commons Attribution 3.0.

                 Υλοποίηση & συντήρηση απο το Φορέα Διαχείριση 

                         με χρήση Ανοικτού Λογισμικού Joomla